ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΣΚΥΛΩΝ FORUM ΟΔΗΓΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
 
 

Φωτοστιγμές

Προτάσεις

Βιβλία

Δημοψηφίσματα

Σχετικοί κόμβοι

Καιρός

Διαφημίσεις - πελάτες

Συνδρομές

Αναζήτηση

Κυνηγετικοί σύλλογοι

Δασαρχεία

Θηροφύλακες

Επικοινωνία

Α-Ω ΕΚΔΟΣΕΙΣ

 
Δευτέρα 10-12-2018
 
 
Ανάπτυξη πλατφόρμας:
Παντελής Καμπόλης
Αφιέρωμα στις τσίχλες

Οι τσίχλες είναι πουλιά μικρού έως μεσαίου μεγέθους. Το μήκος του σώματός τους κυμαίνεται από 11-30 εκ. περίπου. Ανήκουν στην τάξη των Στρουθιόμορφων PASSERIFORMES. Το φτέρωμά τους έχει γαιώδη χρωματισμό με στήθος χρώματος ανοιχτού, που συνήθως φέρει σκούρα στίγματα ενώ σε μερικά είδη είναι και γυαλιστερό.
Οι φτερούγες τους είναι μικρές και αποστρογγυλεμένες, σε ορισμένα είδη όμως είναι μακριές και οξύληκτες. Η ουρά τους είναι κοντή και τετραγωνισμένη, ενώ σε λίγα είδη είναι διχαλωτή. Το ράμφος τους είναι μεσαίου μεγέθους και ανάλογα με το είδος λεπτό και ισχυρό.
Τα δάχτυλα είναι δυνατά και στα περισσότερα είδη ο ταρσός τους καλύπτεται εν μέρει από φτερά. Στα ανώριμα άτομα το φτέρωμα είναι λιγότερο στικτό. Σε μερικά είδη υπάρχει φυλετικός διμορφισμός.
Είναι δενδρόβια ή εδαφόβια είδη και τρέφονται συνήθως με έντομα, φρούτα και διάφορους σπόρους.

Είναι κυρίως μοναχικά είδη και μονογαμικά. Γεννούν 1-2 φορές το χρόνο, σπάνια 3 φορές. Οι τσίχλες γεννούν κατά κανόνα 3-6 αυγά που τα επωάζει το θηλυκό. Οι νεοσσοί παραμένουν στη φωλιά τους για 2 εβδομάδες περίπου.
Η οικογένεια των Κιχλίδων περιλαμβάνει μεταναστατευτικά είδη. Φωλιάζουν σε χώρες της Βόρειας Ευρώπης και ξεχειμωνιάζουν στην Κεντρική και Νότια Ευρώπη. Η μετανάστευσή τους γίνεται το φθινόπωρο και ταξιδεύουν κατά τη διάρκεια της νύχτας. Τα κυριότερα θηρεύσιμα είδη της οικογένειας των Κιχλίδων είναι τα εξής:
Τσίχλα η κοινή (Τurdus philomelos), Kοκκινότσιχλα (Turdus Iliacus), Γερακότσιχλα (Turdu viscivorus), Κεδρότσιχλα (Turdus pilaris) και Κότσυφας (Turdus merula).



Τσίχλα η Κοινή
Λέγεται και Κελαηδότσιχλα. Πρόκειται για μια μικρή τσίχλα που το μήκος του σώματός της φτάνει τα 23 εκ. Το φτέρωμά της είναι καστανό, ενώ οι πλευρές και το στήθος της είναι ελαφρά κιτρινωπού χρώματος με καφέ στίγματα. Η κοιλιά της είναι υπόλευκη με επίσης καφέ κηλίδες. Πάνω από το μάτι της υπάρχει η λεγόμενη υπεροφθαλμική λωρίδα, η οποία ξεκινάει από το ράμφος και καταλήγει στην ωτική χώρα. Η λωρίδα αυτή στην Κελαηδότσιχλα δεν είναι τόσο ευδιάκριτη, όπως σε άλλα είδη. Το κύριο χαρακτηριστικό της είναι τα κιτρινωπά κάτω καλυπτήρια των φτερών της. Το ράμφος και τα πόδια της είναι καστανοκρίτρινα. Το πέταγμά της είναι ίσιο και γρήγορο. Η τροφή της αποτελείται από έντομα, σκουλήκια και σπόρους. Ιδιαίτερη προτίμηση δείχνει στις ελιές, γι' αυτό κυρίως τη συναντάμε σε μεγάλο αριθμό σε ελαιώνες. Το κελάηδισμά της είναι μελωδικό και ευχάριστο. Ο βιότοπός της είναι τα δάση πλατύφυλλων και κωνοφόρων. Επιπλέον συχνάζει σε ελαιώνες, κάμπους, θαμνώδεις εκτάσεις, αλλά τη συναντάμε επίσης σε κήπους και πάρκα. Είναι είδος μεταναστευτικό. Ξεχειμωνιάζει στη Ν.Ευρώπη και την Αφρική. Αναπαράγεται μετά το Μάρτιο και γεννά 2-3 φορές το χρόνο από 4-6 αυγά κυανού χρώματος με λεπτά μαύρα στίγματα.
Η επώαση γίνεται μόνο από το θηλυκό και διαρκεί 11-16 ημέρες. Στη χώρα μας υπάρχουν λίγοι μόνιμοι πληθυσμοί κυρίως στη Β.Ελλάδα.

Κοκκινότσιχλα
Είναι η μικρότερη σε μέγεθος τσίχλα. Το μήκος της φτάνει μόνο τα 20 εκ. Χαρακτηριστικό της γνώρισμα είναι ο σκουροκόκκινος χρωματισμός των πλευρών της, που εκτείνεται και στο κάτω μέρος και την κάνει ευδιάκριτη όταν πετά. Επίσης, ένα άλλο χαρακτηριστικό της στοιχείο είναι η ευδιάκριτη υπεροφθαλμική λωρίδα. Το πάνω μέρος του σώματός της είναι καστανόφαιο. Τα κάτω καλυπτήρια των φτερών είναι καστανοκόκκινα σε αντίθεση με τα υπόλευκα ερετικά φτερά.Το στήθος και η κοιλιά είναι υπόλευκου χρώματος με καφέ ραβδώσεις κατά μήκος του σώματος.
Φωλιάζει σε δάση πλατύφυλλων ή ακόμα σε ανοιχτές περιοχές. Το χειμώνα προτιμά καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Η τροφή της αποτελείται κατά κύριο λόγο από έντομα, σκουλήκια και διάφορους σπόρους.
Γεννά 4-5 αυγά 2 φορές το χρόνο συνήθως. Η επώαση των αυγών γίνεται από το θηλυκό για 11-15 ημέρες περίπου. Είναι μεταναστευτικό είδος, αναπαράγεται στην Ευρώπη, και ξεχειμωνιάζει σε χώρες της Ν.Ευρώπης και της Β.Αφρικής.
Πολλές φορές τη συναντάμε μαζί και με άλλα είδη τσίχλας, έχουν παρατηρηθεί και μεμονωμένες περιπτώσεις φωλεοποίησης.
Παρουσιάζεται στη χώρα μας μαζί με τη βαρυχειμωνιά, γι' αυτό και σε μερικές περιοχές τη λένε και χιονότσιχλα. Μετακινείται κοπαδιαστά και σπάνια ζει ανεξάρτητη.

Κεδρότσιχλα
Είναι η τρίτη κατά σειρά σε μέγεθος τσίχλα και αρκετά μεγαλύτερη από την κοινή τσίχλα και την κοκκινότσιχλα.
Το μήκος του σώματός της φτάνει τα 25 εκ. ξεχωρίζει απ' το ανοιχτό σταχτί κεφάλι και ουροπήγιο, την ξανθοκαστανωπή ράχη και τη σχεδόν μαύρη ουρά. Η υπεροφθαλμική λωρίδα είναι υπόλευκη. Ο λαιμός και το στήθος είναι κιτρινωπά με καστανές κηλίδες. Το κάτω μέρος του σώματός της είναι υπόλευκο και στα πλάγια φέρει μαύρα στίγματα.
Η κάτω επιφάνεια των φτερούγων της έχει χρώμα λευκό. Τρέφεται με έντομα, σπόρους, σκουλήκια. Δείχνει ιδιαίτερη προτίμηση στα μήλα και στους καρπούς των κέδρων.
Φωλιάζει κατά αποικίες. Προτιμά δάση κωνοφόρων και πλατύφυλλων, ανοιχτές περιοχές με συστάδες δέντρων, καθώς επίσης και ξέφωτα. Τη συναντάμε σε περιοχές που έχουν μεγάλα υψόμετρα.
Είναι είδος μεταναστευτικό. Αναπαράγεται στη Σκανδιναβία και σε χώρες της Κ.Ευρώπης. Ξεχειμωνιάζει σε περιοχές της Νότιας και Δυτικής Ευρώπης. Στη χώρα μας συναντάται σε μεγάλους αριθμούς και μάλιστα όταν το κρύο είναι πολύ βαρύ.
Αναπαράγεται μετά τον Απρίλιο και γεννά 1-2 φορές το χρόνο 5-6 συνήθως αυγά κυανού χρώματα με κοκκινωπά στίγματα. Το θηλυκό επωάζει για 11-14 ημέρες τα αυγά.

Γερακότσιχλα
Λέγεται και Τσαρτσάρα και παίρνει το όνομα αυτό από το χαρακτηριστικό "Τσαρ- Τσάρ" της φωνής της. Είναι το μεγαλύτερο είδος της οικογένειας με μήκος σώματος που κυμαίνεται από 28 έως 30 εκ.
Τα χαρακτηριστικά διαγνωστικά της στοιχεία είναι:
Ο γκριζόφαιος χρωματισμός του πάνω μέρους του σώματος της.
Το κάτω μέρος που είναι υπόλευκο με πυκνές καστανές κηλίδες.
Τα κάτω καλυπτήρια των φτερούγων της που είναι λευκά. Η γκριζοκαστανού χρώματος με ασπρουδερές άκρες στα εξωτερικά της φτερά ουρά. Το ράμφος της και τα πόδια της που έχουν χρώμα σταχτί.
Πετάει κοπαδιαστά και προτιμά τις κορυφές των δέντρων. Είναι είδος δασόβιο. Ζει στα δάση κωνοφόρων και πλατύφυλλων. Τρέφεται με έντομα, σκουλήκια, φρούτα και διάφορους σπόρους. Προτιμά, πάντως, τους καρπούς του παρασιτικού ιξού (γκι).
Συναντάται και σε γυμνές ορεινές περιοχές με αραιή δενδρώδη βλάστηση. Κάθεται στην κορυφή των δέντρων εποπτεύοντας τη γύρω περιοχή. Μόλις αντιληφθεί τον παραμικρό κίνδυνο από μακριά, πετά γρήγορα και δυνατά.
Στη χώρα μας ζει μόνιμα σε μεγάλους αριθμούς. Όσον αφορά όμως τους πληθυσμούς της Β. και Α.Ευρώπης, είναι μεταναστευτικοί και ξεχειμωνιάζουν στις περιοχές της Ν.Ευρώπης. Αναπαράγεται κυρίως στη Σκανδιναβία. Η περίοδος αναπαραγωγής είναι μετά το Μάρτιο και γεννά 1-2 φορές το χρόνο από 4-6 αυγά κυανού χρώματος με μικρά μαύρα και καφέ στίγματα. Η επώαση γίνεται από το θηλυκό και διαρκεί 11-15 ημέρες. Τα μικρά τρέφονται και από τους δύο γονείς και μένουν στη φωλιά τους για 2 εβδομάδες περίπου.

Κότσυφας
Το μήκος του σώματός του φτάνει τα 25 εκ. περίπου. Το αρσενικό έχει ομοιόμορφο μαύρο χρωματισμό και πορτοκαλοκίτρινο ράμφος. Ο δακτύλιος γύρω από την οφθαλμολογική χώρα είναι κίτρινος.
Το θηλυκό έχει τελείως διαφορετικό χρωματισμό από το αρσενικό. Ο χρωματισμός του είναι καστανός με πιο ανοιχτόχρωμο το κάτω μέρος του σώματος. Στο λαιμό του έχει καφέ στίγματα. Το ράμφος του και τα πόδια του είναι καστανά. Τα φτερά του είναι κοντά και μυτερά και ουρά του είναι στρογγυλεμένη. Το γένος αυτό περιλαμβάνει και τα άλλα είδη που συναντιόνται στην υπόλοιπη Ευρώπη, όπως ο Πετροκότσυφας (Mondiocola saxatilio), o Oρεινός (Turdus torquatus), ο Γαλαζοκότσυφας (Mordicola soltarius) και άλλα σπανιότερα είδη. Τα αρσενικά άτομα που δεν έχουν συμπληρώσει τον πρώτο χρόνο της ηλικίας τους μοιάζουν με τα θηλυκά.
Είναι έξυπνο πουλί με ισχυρή ακοή και όραση. Το πέταγμά του είναι γρήγορο, χαμηλό και άστατο. Όταν προσγειώνεται, ανασηκώνει την ουρά του και αφήνει τις φτερούγες του να κρέμονται προς τα κάτω.
Είναι πολύ δειλό πουλί και αποφεύγει τον άνθρωπο, ιδιαίτερα όταν κυνηγιέται, και πετάει από θάμνο σε θάμνο. Κρύβεται σε απρόσιτα μέρη με πυκνή βλάστηση. Το κελάηδισμά του είναι χαρακτηριστικό και μελωδικό.
Συναντάται παντού. Σε δάση κωνοφόρων και πλατύφυλλων, σε αγροτικές εκτάσεις, σε ρεματιές, ακόμη και σε κατοικημένες περιοχές και πάρκα. Η τροφή του αποτελείται από έντομα, σκουλήκια, σπόρους και διάφορους καρπούς.
Στη χώρα μας ζει και μόνιμα. Αναπαράγεται στις Β.Α. χώρες της Ευρώπης και ξεχειμωνιάζει στην Αφρική.
Είναι μοναχικό και μονογαμικό πουλί. Η περίοδος αναπαραγωγής του αρχίζει το Μάρτιο. Το θηλυκό γεννά 2-3 φορές το χρόνο από 4-5 αυγά χρώματος πράσινου - μπλε με κόκκινα στίγματα. Η επώαση των αυγών γίνεται μόνο από το θηλυκό και διαρκεί γύρω στις 2 εβδομάδες. Οι νεοσσοί παραμένουν στη φωλιά τους για 2 ημέρες περίπου.

To κυνήγι της τσίχλας
Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι ένα από τα δημοφιλέστερα θηράματα για τους Έλληνες κυνηγούς είναι η τσίχλα.
Η τσίχλα ανήκει στα παραδοσιακά κυνήγια της χώρας μας, όπως συμβαίνει και στις άλλες μεσογειακές χώρες, συμπεριλαμβανόμενης της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας.
Σε κάποιες από τις προαναφερόμενες χώρες το κυνήγι της τσίχλας σηματοδοτεί την έναρξη εορταστικών εκδηλώσεων με πολυάριθμη συμμετοχή κυνηγών και μη. Αυτό παρατηρείται έντονα σε πολλές περιοχές της Πορτογαλίας.
Στις εκδηλώσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται και ο διαγωνισμός μίμησης της φωνής της τσίχλας χωρίς βοηθήματα, δηλαδή η μίμηση της φωνής της τσίχλας γίνεται μόνο με το στόμα. Επίσης γίνεται διαγωνισμός εφευρετικότητας νέων μεθόδων για την σύλληψη της τσίχλας καθώς και διαγωνισμοί συμποσίων με κύριο έδεσμα αυτές, ψημένες και μαγειρεμένες ποικιλοτρόπως.
Και στην Ισπανία συμβαίνει κάτι αντίστοιχο. Αξίζει να αναφέρουμε ότι και στα δύο αυτά κράτη το κυνήγι της τσίχλας πραγματοποιείται με όλα τα μέσα (δίχτυα, παγίδες, ξόβεργες ή κράχτες, μέσα θήρας που στη χώρα μας απαγορεύονται).
Πανευρωπαϊκά οι διάφοροι επιστημονικοί και μελετητικοί φορείς έχουν παρουσιάσει διάφορες μελέτες - εργασίες για την τσίχλα, σε ό,τι αφορά τις αποδημίες της, την αναπαραγωγή, την παρακολούθηση και την καταμέτρηση πληθυσμών της, μέσω δακτυλιώσεων, ραντάρ παρακολούθησης κλπ.
Τα τελευταία χρόνια που το κυνήγι κατά τον μήνα Φεβρουάριο έχει τεθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ένα από τα θηράματα που αποτελούν κλειδί στην έκβαση της "υπόθεσης Φεβρουάριος" είναι η τσίχλα.
Επίσης αξίζει να αναφέρουμε ότι οι μεγαλύτεροι "τζίροι" για όσους ασχολούνται με την εμπορία, εισαγωγή, παραγωγή κυνηγετικών ειδών πραγματοποιούνται κατά τη χρονική διάρκεια του κυνηγιού της τσίχλας.
Δικαιολογημένα λοιπόν η τσίχλα θεωρείται ως ένα από τα σημαντικότερα θηράματα. Και αυτό θα πρέπει να το γνωρίζουν κάποιοι που θεωρούν υποτιμητικό το κυνήγι αυτού του "μικρού" θηράματος!
Αν έπρεπε να περάσουμε μια επιπλέον διαδικασία εξετάσεων για την απόκτηση της κυνηγετικής άδειας, ίδια με αυτή που ακολουθούν το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα τότε δικαιολογημένα θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι για τον Έλληνα κυνηγό η τσίχλα μπορεί να διδάξει όσα θα μάθαινε ένα παιδί στο δημοτικό, στο γυμνάσιο και στο λύκειο!
Ο βαθμός δυσκολίας του συγκεκριμένου θηράματος είναι αρκετά υψηλός. Μπορεί στο κυνήγι της τσίχλας να μην απαιτείται αντοχή, καλή φυσική κατάσταση κλπ, όμως παρουσιάζει μεγάλο βαθμό δυσκολίας κατά τη σκόπευση. Η τσίχλα είναι ένα μικρό σε μέγεθος θήραμα που παράλληλα πετάει πολύ γρήγορα. Γι' αυτό και λέμε ότι στο κυνήγι της τσίχλας ο βαθμός δυσκολίας έγκειται στην τουφεκιά. Είναι πραγματικότητα ότι οι καλοί κυνηγοί της τσίχλας συνήθως είναι άριστοι σκοπευτές.

Στην Ελλάδα το κυνήγι της τσίχλας ξεκινάει στα μέσα Οκτωβρίου με δύο τρόπους: ο πρώτος είναι το στατικό κυνήγι (καρτέρι) και ο δεύτερος το περπατητό κυνήγι.
Στο πρώτο κυνήγι (καρτέρι) υπάρχουν δύο τεχνικές που στηρίζονται στις συνήθειες του θηράματος: Η μία είναι το καρτέρι το πρωινό και η δεύτερη το καρτέρι το απογευματινό.
Το πρωινό καρτέρι είναι δυσκολότερο.

Πρωινό καρτέρι.
Το πρωί οι τσίχλες σηκώνονται από τα μέρη που επιλέγουν για να κοιμηθούν, και κατευθύνονται στις περιοχές που υπάρχει η δυνατότητα ανεύρεσης τροφής. Συνήθως, η πορεία τους είναι κατηφορική προς τους κάμπους με τις ελιές, και το πέταγμά τους γρήγορο. Υπάρχει και το ενδεχόμενο τα πουλιά να "μπουν" το πρωί οπότε τα βλέπουμε σε κοπάδια.
Σε κοπάδια συνήθως συναντάμε τις κοκκινότσιχλες.
Όταν τα πουλιά είναι κοπαδιαστά στο βουνό για να στεφθεί το κυνήγι της με επιτυχία, καλό είναι να βρίσκονται αρκετοί κυνηγοί στην ίδια περιοχή, ώστε τα πουλιά να "γυρίζουν". Τα πρωινά καρτέρια γίνονται συνήθως σε χαμηλά σημεία. Οι τσίχλες για να βγάλουν την βραδιά επιλέγουν περιοχές με "πυκνή" βλάστηση.
Όμως κατά το κυνήγι της τσίχλας, για να μπορείτε να βρείτε με ευκολία τα πουλιά που θα κτυπήσετε, πρέπει να επιλέγετε να σταθείτε σε μέρη όπου ο χώρος που βρίσκεται πίσω σας να είναι καθαρός.
Οι τσίχλες που σηκώνονται το πρωινό από τα πυκνά με προορισμό τον κάμπο έχουν πολύ δύσκολη τουφεκιά. Συνήθως, κατά το πέρασμα, ακούγεται μόνο το χαρακτηριστικό τιτίβισμά της και ο κυνηγός γυρίζει αριστερά - δεξιά μέχρι να την εντοπίσει, και τις περισσότερες φορές καταφέρνει να τη δει, αφού περάσει, μετά από 20 - 30 μέτρα.Το πέταγμά της το πρωινό που "κατεβαίνει" είναι χαμηλό, ίσα - ίσα πάνω από τα κλαδιά και μετά χάνεται πραγματοποιώντας ελιγμούς ενδιάμεσα στα δέντρα. Καλό θα είναι να μην κάθεστε πολύ κοντά στο πυκνό, αλλά να κρατάτε απόσταση απ'αυτό περίπου 10 μέτρα. Έτσι θα έχετε τη δυνατότητα να τις εντοπίζετε όταν "βγουν" από το πυκνό μέχρι να "μπουν" στα δέντρα. Αυτό βέβαια συμβαίνει αν σας το επιτρέπει η διαμόρφωση του χώρου στην περιοχή που κάνετε καρτέρι.
Αν πάλι το καρτέρι γίνεται μέσα στα κενά από τα δέντρα φροντίστε να κάθεστε στο πίσω μέρος του ανοίγματος αντίθετα από την φορά που έρχονται οι τσίχλες ώστε να έχετε πάλι τον χρόνο να τις εντοπίσετε, πριν προσπεράσουν.
Στα καρτέρια που γίνονται ενδιάμεσα στους αγροτικούς δρόμους που χωρίζουν τα δέντρα, το οπτικό πεδίο δεν είναι πάνω από 7-8 μέτρα. Αν τα πουλιά πετούν χαμηλά πάνω από τα δέντρα, οι τουφεκιές είναι γρήγορες και συνήθως ο κυνηγός δεν προλαβαίνει ούτε να σημαδέψει. Αργότερα, όταν σηκωθεί ο ήλιος και τα πουλιά έχουν τουφεκιστεί ψηλώνουν, με αποτέλεσμα οι τουφεκιές να είναι πιο εύκολες.
Για το πρωινό καρτέρι χρειάζεται ένα όπλο με ανοικτό τσοκάρισμα. Αν το όπλο σας διαθέτει εναλλακτικά στενώματα επιλέξτε τον κύλινδρο και φυσίγγια με σκάγια Νο 10. Αν το όπλο σας έχει σταθερή σύσφιξη και είναι "στενό" τότε χρησιμοποιείστε φυσίγγια διασποράς πάλι Νο10 . Μία συμβουλή για τις πρωινές κοντινές τουφεκιές. Κάντε λίγο μεγαλύτερη προσκόπευση από αυτή που συνήθως κάνετε.

Αργότερα, αν σηκωθεί ο ήλιος και τα πουλιά ψηλώσουν, εκείνοι που διαθέτουν όπλο με εναλλακτικά στενώματα θα μπορέσουν να αλλάξουν στενώματα για να έχουν καλύτερη συγκέντρωση στις μακρινές αποστάσεις. Αποφύγετε των συνδυασμό ψηλών σκαγιών (Νο 10 -11) με την πλήρη σύσφιξη Full. Δεν δίνει την καλύτερη δυνατή απόδοση.
Καλό θα ήταν αν τα πουλιά ψηλώσουν να χρησιμοποιήσετε ένα νούμερο χοντρότερα σκάγια από ότι αυτά που χρησιμοποιείται το πρωί. Τα χοντρότερα σκάγια, λόγω του ότι κρατούν περισσότερη κινητική ενέργεια ταξιδεύουν και μακρύτερα. Αυτό δεν σημαίνει ότι στο κυνήγι της τσίχλας πρέπει να χρησιμοποιείτε φυσίγγια με σκάγια Νο6 επειδή οι τσίχλες πετούν ψηλά.
Η επιτυχία στο πρωινό κυνήγι της τσίχλας εξαρτάται από δύο βασικούς παράγοντες: Ο πρώτος είναι η ψυχολογική διάθεση του κυνηγού και ο δεύτερος το κατά πόσο ταιριάζει το όπλο στις σωματομετρικές σας διαστάσεις.

Απογευματινό καρτέρι
Στα απογευματινά καρτέρια οι τουφεκιές είναι λίγο πιο εύκολες γιατί τα πουλιά επιστρέφουν για να κοιμηθούν αφού έχουν φάει, και είναι βαρύτερα. Αυτό κάνει το πέταγμά τους λιγότερο ταχύ και νευρικό από ότι είναι το πρωί. Συνήθως τις καλές ημέρες που δεν φυσάει, οι τσίχλες πετούν ψηλά. Όταν έχει αέρα πετάνε χαμηλά συνήθως στο ύψος των δέντρων. Το απογευματινό καρτέρι της τσίχλας χρειάζεται όπλο πιο "στενό" και φυσίγγια με νούμερο σκαγιών 8-9.
Το στένωμα του όπλου τις περισσότερες φορές το καθορίζει το καρτέρι. Υπάρχουν καρτέρια που τα πουλιά πετούν χαμηλά. Τα απογευματινά καρτέρια είναι ανάποδα σε σχέση με τα πρωινά. Τα πουλιά φεύγουν από τους κάμπους και ανεβαίνουν στις πυκνές πλαγιές για να κοιμηθούν, από τις 3 εως τις 5 η ώρα το απόγευμα. Τα περισσότερα καρτέρια βρίσκονται στο τελείωμα των κάμπων εκεί που ξεκινούν οι πλαγιές με τα πυκνά. Οι τσίχλες έχουν συγκεκριμένες τοποθεσίες που κοιμούνται (κουρνιάζουν). Αν όμως τα καρτέρια είναι καθημερινά, τότε παρατηρείται το φαινόμενο τα πουλιά να αλλάζουν πορεία με αποτέλεσμα τα απογευματινά περάσματα να κινούνται και προς τα επάνω και προς τα κάτω, ιδίως αν τα πουλιά παραμείνουν στην ίδια περιοχή για περισσότερες από μία ημέρες.
Το άλλο φαινόμενο που παρατηρείται είναι να περνούν τα πουλιά από συγκεκριμένα καρτέρια αλλά πετώντας πολύ ψηλά.

Περπατητό κυνήγι
Το περπατητό κυνήγι μέσα στις ελιές στα ρουμάνια και στα χωράφια είναι από τα δυσκολότερα κυνήγια στην τσίχλα. Συνήθως πραγματοποιείται από παρέες κυνηγών αποτελούμενες από 3 - 4 άτομα.
Για να είναι επιτυχημένο και αποδοτικό το κυνήγι αυτό χρειάζεται καλός συντονισμός μεταξύ των κυνηγών της παρέας. Οι κυνηγοί περπατούν παράλληλα, έχοντας οπτική επαφή μεταξύ τους. Όποιος ενδιάμεσα στα δέντρα συναντήσει άνοιγμα, σταματάει, ενώ οι υπόλοιποι συνεχίζουν να περπατούν. Τα πουλιά που φεύγουν δεξιά και αριστερά και τα σηκώνουν τα άτομα της παρέας που εξακολουθούν να προχωρούν περνώντας από το ξέφωτο δίνουν καλύτερο στόχο σε εκείνον που έχει σταματήσει και να περιμένει να περάσουν.
Στους θάμνους και στις "ντυμένες" πλαγιές, για να είναι πετυχημένη η κυνηγετική έξοδος, και πάλι χρειάζεται παρέα, και μάλιστα καλά συντονισμένη. Οι τσίχλα έχει το χάρισμα του να μπορεί να κινείται πολύ γρήγορα ενδιάμεσα στα δέντρα και τους θάμνους. Ούτως ή άλλως η τσίχλα είναι πολύ γρήγορο και ευέλικτο θήραμα με αποτέλεσμα και η τουφεκιά που απευθύνεται σ' αυτή να είναι πολύ δύσκολη.
Για το περπατητό κυνήγι χρειάζονται καλά αντανακλαστικά, γρήγορη και καλή επώμιση και ένα συνδυασμό όπλου - φυσιγγίου που να δίνει ικανοποιητική διασπορά των σκαγιών στα 15 με 25 μέτρα. Το περπάτημα μέσα στα χωράφια με τα ελαιόδεντρα δεν είναι καθόλου εύκολο και ιδιαίτερα όταν έχει βρέξει, επειδή τότε τα χωράφια μετατρέπονται σε λασπότοπους.
Και οι δύο τρόποι κυνηγιού που περιγράψαμε έχουν τα προτερήματα και τα ελαττώματά τους. Οι περισσότεροι κυνηγοί χρησιμοποιούν και τους δύο τρόπους. Το πρωί κάνουν καρτέρι της τσίχλας που κατεβαίνουν, και τις περιμένουν ξανά καρτέρι στο "ανέβασμα".
Το λυπηρό φαινόμενο, της χρησιμοποίησης από κάποιους ασυνείδητους κασετοφώνων για να προσελκύουν τις τσίχλες, ευτυχώς, μετά την σχετική νομοθετική ρύθμιση, έχει καταστεί παράνομο. Πάντως, όσοι παρά την απαγόρευση αυτής της τακτικής συνεχίζουν να το κάνουν, δηλαδή να χρησιμοποιούν τέτοια παράνομα "μηχανάκια", θα πρέπει να αντιμετωπίζονται από τους κυνηγούς, αναλόγως…
Κανείς δεν πρέπει να θεωρείται ρουφιάνος αν προσπαθεί να φυλάξει το συγκεκριμένο θήραμα για να υπάρχει και αύριο να το κυνηγήσει και το παιδί του.
Η εμμονή του κυνηγιού με κασετόφωνο είναι παράλογη, αφού τέτοια κυνήγια και άνανδρα είναι, και εντελώς έξω από την κυνηγετική φιλοσοφία που χαρακτηρίζει τον Έλληνα κυνηγό. Στη χώρα μας υπάρχει μακραίωνη παράδοση κατά την οποία, ο κυνηγός, ως θηρευτής συνηθίζει να δίνει αρκετές δυνατότητες διαφυγής.
Κρατήστε μακριά σας εκείνους που προσπαθούν να σας πείσουν ότι αν κάτι τέτοιο δεν το κάνετε εσείς αυτό θα το κάνουν κάποιοι άλλοι. Αν στο βουνό ακούσετε κάποιους να χρησιμοποιούν τέτοια μηχανάκια, διαμαρτυρηθείτε. Οι άνθρωποι που παρά την απαγόρευση, συνεχίζουν να χρησιμοποιούν τα κασετόφωνα δεν χρειάζονται ούτε την συμπαράσταση ούτε την ανοχή των άλλων νόμιμα λειτουργούντων κυνηγών. Κυνηγοί που αδιαφορούν για τις αποφάσεις και τις συνήθειες του συνόλου και σκέφτονται μόνο πώς οι ίδιοι θα κάνουν "νούμερα", μόνο ζημιά προκαλούν στην κυνηγετική οικογένεια.
Το να "καταδικάσετε" την συμπεριφορά τους, είναι αναφαίρετο δικαίωμά σας, αφού με την διαμαρτυρία σας σε τέτοιες τακτικές λειτουργείται υπέρ του κυνηγιού και συμμετέχετε ενεργά σε αυτό που λέμε προστασία του θηράματος και της κυνηγετικής ιδέας. Η "περιφρούρηση" της νομιμότητας στο κυνήγι και η διάδοση της σωστής κυνηγετικής συμπεριφοράς, είναι ένας από τους τρόπους που σας δίνεται η δυνατότητα να συμμετέχετε ενεργά στην βελτίωση των θηρευτικών πραγμάτων της χώρας.
Τις μέρες μας, δεν αρκεί να αποστασιοποιούμαστε από κάποια προβλήματα, ή από κάποιες συμπεριφορές, με το αιτιολογικό ότι εμείς είμαστε σωστοί και δεν κάνουμε κάτι που βλάπτει το θήραμα, επομένως δεν μας πέφτει λόγος για το τι κάνουν οι άλλοι. Το ζητούμενο, η διατήρηση και η προστασία των θηραμάτων μας αφορά όλους και εξαρτάται από όλους μας. Άν κάποιοι άλλοι, δίπλα μας, εξακολουθούν να χρησιμοποιούν κασετόφωνο, μεταξύ άλλων, λειτουργούν με θρασύτητα, αφού μας δείχνουν απροκάλυπτα ότι υποτιμούν τη δική μας ύπαρξη και παρουσία και προσπαθούν με δόλο να κλέψουν τα θήραμα που όλοι οι υπόλοιποι νόμιμοι και σωστοί κυνηγοί για ώρα θα περιμέναμε με υπομονή να περάσει από πάνω μας, κάποια στιγμή.

©  Απαγορεύεται η αναδημοσίευση στο διαδίκτυο και σε κάθε έντυπο χωρίς την άδεια του εκδότη.